Η μεγάλη τραπεζική πρόκληση της μεταμνημονιακής Ελλάδας
Η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (Non-Performing Loans – NPLs) υπήρξε ίσως η σημαντικότερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μετά την κρίση χρέους. Μετά από χρόνια ύφεσης, ανεργίας και δημοσιονομικής προσαρμογής, τα «κόκκινα δάνεια» έφθασαν σε πρωτοφανή επίπεδα, απειλώντας όχι μόνο τη σταθερότητα των τραπεζών αλλά και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.
Το 2016, στο αποκορύφωμα της κρίσης, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα ανήλθε περίπου στο 49% του συνόλου των δανείων, αποτελώντας τον υψηλότερο δείκτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με απλά λόγια, σχεδόν ένα στα δύο δάνεια των ελληνικών τραπεζών βρισκόταν σε καθυστέρηση. (ResearchGate)
Ο Ν. 4354/2015 και η θεσμοθέτηση των ΑΕΔΑΔΠ (servicers)
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον θεσπίστηκε από την κυβέρνηση Τσίπρα/Καμμένου ο Ν. 4354/2015, ο οποίος δημιούργησε το πλαίσιο μεταβίβασης μη εξυπηρετούμενων δανείων σε εταιρείες ειδικού σκοπού (SPVs και funds) και τη διαχείρισή τους από εξειδικευμένες ΑΕΔΑΔΠ «ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις» (servicers).
Το μοντέλο αυτό δεν βασίστηκε στη δημιουργία κρατικής «bad bank» αλλά στην ανάπτυξη δευτερογενούς αγοράς απαιτήσεων. Σήμερα, μεγάλο μέρος των πρώην τραπεζικών χαρτοφυλακίων διαχειρίζονται εταιρείες όπως η doValue, η Intrum, η Cepal, η Qquant κι άλλες μικρότερες.
Το αποτέλεσμα: Θεαματική μείωση των κόκκινων δανείων
Από καθαρά τραπεζική σκοπιά, το αποτέλεσμα υπήρξε εντυπωσιακό.
Από το ιστορικό υψηλό του 2016, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα μειώθηκαν κατά περίπου 94% σε απόλυτα μεγέθη, δηλαδή κατά περισσότερα από 100 δισ. ευρώ. (epant.gr)
Ο δείκτης NPL των ελληνικών τραπεζών:
Έτος | Δείκτης NPL |
2016 | περίπου 49% |
2020 | περίπου 35% |
2023 | περίπου 6,6% |
2024 | περίπου 3,8%-4,6% |
2025 | περίπου 3,3%-3,6% |
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μείωση προβληματικών δανείων που έχει καταγραφεί σε τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ότι το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει πλέον υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από την ένταξη της χώρας στο ευρώ. (Τράπεζα της Ελλάδος)
Η άλλη όψη του νομίσματος
Η επιτυχία των τραπεζών, όμως, δεν σήμανε και οριστική επίλυση του ιδιωτικού χρέους. Σημαντικό μέρος των προβληματικών δανείων απλώς μεταφέρθηκε εκτός τραπεζικών ισολογισμών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων μεταφέρθηκαν περίπου 57 δισ. ευρώ προβληματικών απαιτήσεων σε funds και servicers. (Reuters)
Έτσι, ενώ οι τράπεζες εξυγιάνθηκαν, εκατομμύρια δάνεια εξακολουθούν να υφίστανται και να βαρύνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, απλώς με διαφορετικό πιστωτή.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σχεδόν 3 εκατομμύρια προβληματικά δάνεια, τα οποία αφορούν περίπου 2,4 εκατομμύρια φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις. (Reuters)
Η εκρηκτική αύξηση των πλειστηριασμών μετά την εξυγίανση των τραπεζών
Η δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη εξαφάνιση του ιδιωτικού χρέους. Αντιθέτως, μεγάλο μέρος των απαιτήσεων μεταφέρθηκε σε εταιρείες ειδικού σκοπού και servicers, οι οποίοι ανέλαβαν τη διαχείριση και την αναγκαστική εκτέλεσή τους.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώθηκε και στους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς.
Από το 2018 και μετά, με την καθολική εφαρμογή του συστήματος ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, ο αριθμός των αναρτημένων και προγραμματισμένων πλειστηριασμών αυξήθηκε θεαματικά. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς ακινήτων και των ηλεκτρονικών πλατφορμών, το 2024 είχαν αναρτηθεί περισσότεροι από 23.000 προγραμματισμένοι πλειστηριασμοί, ενώ οι εκτιμήσεις τότε για το σύνολο του έτους έκαναν λόγο ακόμη και για 40.000 έως 50.000 αναρτήσεις.
Το 2025 η δραστηριότητα παρέμεινε εξαιρετικά υψηλή. Σύμφωνα με στοιχεία του συστήματος e-auction, προγραμματίστηκαν περίπου 61.435 πλειστηριασμοί ακινήτων, εκ των οποίων ολοκληρώθηκαν οι 43.334. Από αυτούς τελικώς κατακυρώθηκαν μόλις 9.204 ακίνητα, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν το 80% των πλειστηριασμών κατέληξε άγονο ή δεν οδήγησε σε μεταβίβαση.
Παρά τον μεγάλο αριθμό διαδικασιών, οι πραγματικές μεταβιβάσεις ακινήτων παρέμειναν σημαντικά χαμηλότερες. Το 2024 άλλαξαν χέρια μέσω πλειστηριασμού περίπου 12.476 ακίνητα, ενώ το 2025 ο αριθμός υποχώρησε στα 9.876 ακίνητα, με συνολική αξία συναλλαγών περίπου 1,12 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι κατοικίες αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία ακινήτων που οδηγούνται σε πλειστηριασμό. Μόνο το 2025 βγήκαν σε διαδικασία πλειστηριασμού περίπου 27.631 κατοικίες, ενώ αγοραστή βρήκαν τελικά μόλις 4.445, δηλαδή λιγότερες από δύο στις δέκα.
Οι πλειστηριασμοί ως νέο στοιχείο της αγοράς ακινήτων
Η δεκαετία 2015-2025 σηματοδότησε μια θεμελιώδη αλλαγή στην ελληνική αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, οι ολοκληρωμένοι πλειστηριασμοί του 2024 ήταν αυξημένοι κατά περισσότερο από 700% σε σχέση με τα επίπεδα του 2015.
Παράλληλα, οι επενδυτές και τα επενδυτικά σχήματα άρχισαν να αντιμετωπίζουν τους πλειστηριασμούς ως ξεχωριστή αγορά απόκτησης ακινήτων, ιδιαίτερα σε αστικά κέντρα όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.
Τι αναμένεται τα επόμενα χρόνια
Παρά τη θεαματική αποκλιμάκωση των κόκκινων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς, η δεξαμενή των υποθέσεων παραμένει εξαιρετικά μεγάλη.
Υπολογίζεται ότι εξακολουθούν να υφίστανται εκατομμύρια απαιτήσεις που διαχειρίζονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) και οι εταιρείες ειδικού σκοπού (funds), ενώ μόνο στις αρχές του 2025 είχαν ήδη προγραμματιστεί πάνω από 13.600 πλειστηριασμοί μέχρι τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με αρκετές εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για εκατοντάδες χιλιάδες ακίνητα που δυνητικά θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης τα επόμενα χρόνια. Η πλατφόρμα ηλ. πλειστηριασμών μας ενημερώνει τον Ιουνιο 2026 ότι μέχρι στιγμής από ενάρξεως λειτουργίας της πλατφόρμας, αναρτήθηκαν συνολικά 397.821 και οι μελλοντικοί πλειστηριασμοί (για το 2026) ανέρχονται σε 13.061.
Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι η επιτυχία της τραπεζικής εξυγίανσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και οριστική επίλυση του ιδιωτικού χρέους. Αντιθέτως, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής και οικονομικής διαχείρισης του προβλήματος μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), στις εταιρείες ειδικού σκοπού (funds), και στη διαδικασία των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.
Η επιτυχία της NAMA και η δραματική αποκλιμάκωση των κόκκινων δανείων
Η περίπτωση της Ιρλανδίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αποτελεί ίσως το πιο επιτυχημένο παράδειγμα αντιμετώπισης τραπεζικής κρίσης στην Ευρώπη.
Μετά την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων το 2008, οι ιρλανδικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τεράστιο όγκο προβληματικών δανείων, κυρίως στον κατασκευαστικό και κτηματομεσιτικό τομέα. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το κράτος δημιούργησε το 2009 την National Asset Management Agency (NAMA), η οποία απέκτησε από τις τράπεζες προβληματικά δάνεια ονομαστικής αξίας περίπου 74 δισ. ευρώ, αναλαμβάνοντας τη μακροχρόνια διαχείρισή τους.
Παρά το γεγονός ότι η NAMA λειτούργησε ήδη από το 2009, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συνέχισαν να αυξάνονται για αρκετά χρόνια λόγω της βαθιάς ύφεσης. Το ύψος των προβληματικών δανείων έφθασε στο ανώτατο σημείο του το 2013, όταν τα NPLs ανέρχονταν σε περίπου 85 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσαν στο 31,8% του συνόλου των τραπεζικών δανείων.
Από το 2014 και έπειτα ξεκίνησε μια εντυπωσιακή αποκλιμάκωση. Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Ιρλανδίας, ο δείκτης NPL μειώθηκε από σχεδόν 32% σε λίγο πάνω από 2% το 2024, ενώ το 2025 κινήθηκε κοντά στο 1%-1,2%. Η μείωση αυτή ξεπέρασε το 95% σε σχετικούς όρους και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες βελτιώσεις τραπεζικών ισολογισμών που έχουν καταγραφεί στην Ευρώπη.
Χώρα | Μέγιστος δείκτης NPL | Σημερινός δείκτης |
Ιρλανδία | 31,8% (2013-2014) | περίπου 1%-2% |
Ελλάδα | 49% (2016) | περίπου 3%-4% |
Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι η Ιρλανδία πέτυχε αυτή τη μείωση μέσω ενός κεντρικού κρατικού φορέα διαχείρισης (NAMA), ενώ η Ελλάδα μέσω τιτλοποιήσεων, ιδιωτικών funds, servicers και του προγράμματος «Ηρακλής».
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η NAMA όχι μόνο συνέβαλε στην εξυγίανση των τραπεζών, αλλά ολοκλήρωσε τη λειτουργία της έχοντας ανακτήσει το σύνολο σχεδόν των κεφαλαίων που είχαν διατεθεί για την αγορά των προβληματικών δανείων και αποδίδοντας σημαντικό οικονομικό όφελος στο ιρλανδικό Δημόσιο. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε περαιτέρω τη συζήτηση στην Ελλάδα για το κατά πόσον μια αντίστοιχη εθνική bad bank θα μπορούσε να είχε αποτελέσει εναλλακτική λύση αντί της μαζικής μεταβίβασης απαιτήσεων σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια.
Η κυπριακή εμπειρία και το δικαίωμα προτεραιότητας του δανειολήπτη
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της Κύπρου.
Η κυπριακή νομοθεσία δεν καθιέρωσε πλήρες δικαίωμα του δανειολήπτη να αγοράζει το δάνειό του στην ίδια τιμή με το fund. Ωστόσο, επέβαλε ισχυρότερες διαδικαστικές εγγυήσεις.
Πριν από την πώληση του δανείου, οι τράπεζες όφειλαν να έχουν εξετάσει σοβαρά τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης και να δώσουν στον οφειλέτη τη δυνατότητα να υποβάλει δική του πρόταση διευθέτησης.
Η προσέγγιση αυτή στηρίχθηκε στην ιδέα ότι ο δανειολήπτης δεν πρέπει να πληροφορείται εκ των υστέρων ότι το δάνειό του μεταβιβάστηκε σε fund, αλλά να έχει προηγουμένως πραγματική ευκαιρία εξεύρεσης λύσης.
Το ανοιχτό ερώτημα
Δέκα χρόνια μετά τον Ν. 4354/2015, τα αριθμητικά δεδομένα είναι αδιαμφισβήτητα: οι ελληνικές τράπεζες πέτυχαν μια από τις μεγαλύτερες εξυγιάνσεις χαρτοφυλακίων στην Ευρώπη, μειώνοντας τα κόκκινα δάνεια από σχεδόν 50% σε επίπεδα κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. (newsletters.enterprisegreece.gov.gr)
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, παραμένει πολιτικό και θεσμικό:
Δεν αμφισβητείται ότι η Ελλάδα πέτυχε τη μείωση των κόκκινων δανείων· το ερώτημα είναι αν θα μπορούσε να έχει επιτύχει παρόμοιο αποτέλεσμα με μεγαλύτερη συμμετοχή του Δημοσίου και μεγαλύτερη διαπραγματευτική προστασία των δανειοληπτών, όπως επιχείρησε η Ιρλανδία μέσω της NAMA.
Μήπως η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε πετύχει την ίδια τραπεζική εξυγίανση, χωρίς να αποξενώσει τον δανειολήπτη από τη διαδικασία και χωρίς να μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος της διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους σε ιδιωτικά επενδυτικά σχήματα;
Η απάντηση εξακολουθεί να διχάζει οικονομολόγους, νομικούς και πολιτικούς. Ωστόσο, όσο η κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της υπερχρέωσης, η συζήτηση για μια ελληνική «bad bank», για δικαίωμα προτεραιότητας του οφειλέτη και για πιο ισορροπημένες λύσεις μεταξύ τραπεζικής σταθερότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης παραμένει απολύτως επίκαιρη.
ΦΩΤΙΟΣ Γ. ΒΑΓΕΝΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
